Ο "ΣΩΜΑΤΙΚΟΣ" ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΣΤΗ ΘΕΙΑ ΛΑΤΡΕΙΑ ΜΑΣ


Τοῦ Καθηγητοῦ κ. ᾿Αριστείδη Πανώτη


(᾿Εκκλησιαστική ᾿Αλήθεια, ΙΑΝ.1995)


῾Η λατρεία τῆς ᾿Εκκλησίας μας ἀποτελεῖ ἐπίσημη διακήρυξη τῆς πίστεώς της καί ἡ λατρεύουσα κοινότης ὀφείλει νά ἐκφράζει δημόσια τήν ὀρθή ὁμολογία της γιά τίς λειτουργικές πράξεις καί τά ἱερά σύμβολά της. ῞Ομως γιά διάφορους λόγους, πολλές πράξεις καί σύμβολα χάνουν τό νόημά τους καί ἀτονεῖ καί ἡ πρός αὐτά προσοχή καί εὐλάβεια. Παράδειγμα, ἡ ὀφειλόμενη τιμή καί προσκύνηση, στό ἐπί τῆς ῾Αγίας Τραπέζης ῾Ιερόν Εὐαγγέλιον. Συχνά, μέ τήν ἀνάγνωσή του κατά τήν θεία Λειτουργία παραγκωνίζεται, ἄλλοτε καλυπτόμενο μέ τό ᾿Αντιμήνσιον ἤ τό Εἰλητό καί ἄλλοτε μεταποιεῖτε σέ ὑποπόδιο τοῦ μικροφώνου ἤ καί αὐτῆς τῆς μίτρας τοῦ ἱερουργοῦντος ᾿Αρχιερέως. ῾Η ἀνεπίτρεπτη αὐτή ἀκαταστασία παρωξύνει τή σκέψη μου γιά νά γραφοῦν τά ἀκόλουθα, μέ τήν ἐλπίδα πώς δίδω ἀφορμή στούς εὐσεβεῖς νά γίνουν εὐλαβέστεροι.


           ᾿Από τή στιγμή πού μέ θεοφάνεια παραδίδεται ὁ Νόμος στόν Μωυσῆ, ὁ λαός τοῦ ᾿Ισραήλ στήν διαχρονική πορεία του τόν περιβάλλει μέ ὕψιστη τιμή. ῾Η διαφύλαξή του στήν Κιβωτό, ἐπισκιάζεται μέ τά τορνευτά Χερουβείμ καί μέ τό "ἰλαστήριον ἐπίθημα", πού αἰσθητοποιοῦσε τήν "θεϊκή παρουσία". ῞Οταν μεταγενέστερα αὐτός ὁ Νόμος μεταγράφεται σέ κυλίνδρους, -μιλᾶ ἐν ὀνόματι τοῦ Θεοῦ, "Τάδε λέγει Κύριος"-, εἶναι ἡ γνωστή μας Τορά, πού περιβάλλεται μέ βασιλική λατρευτική αἴγλη, τιμωμένη στό Ναό καί στίς Συναγωγές. Εἰδικά μετά τίς καταστροφές τοῦ Ναοῦ, ὁ Νόμος ἀποτελεῖ τό ἐπίκεντρο τῆς ᾿Εβραϊκῆς λατρείας, ὡς τό θεμέλιο τῆς πίστεως τοῦ ᾿Ισραήλ. ῾Η Διασπορά τόν φυλάσσει μετ᾿ ὑψίστων τιμῶν, ἀρχικά σέ ἰδική κόγχη ἐστραμμένη πρός τήν ῾Ιερουσαλήμ καί στή συνέχεια σέ πολυτελῆ ἐρμάρια (᾿Εχάλ), καλλωπίζοντάς τον μέ στέμματα, μέ περιστήθιο "ἀσπίδα", πέπλο καί κωδωνίσκους (ριμονίμ). ῾Η λιτανευτική του εἴσοδος πρός τόν ἄμβωνα (Μπιμά), γίνεται μέ δοξολογικούς ψαλμούς καί ὕμνους καί ἡ ἀνάγνωσή του μετά ἱεροῦ δέους, ἐπιτρεπομένης τῆς ἐγγίσεώς της μόνον διά τοῦ δείκτου τοῦ "σκήπτρου". ῞Οταν ὅμως, περατωθεῖ ἡ ἀνάγνωσή του, δέν τελειώνουν καί ἡ πρός Αὐτόν ὕψιστες τιμές. ῾Ο Νόμος κατακλείεται εὐλαβῶς καί ἐνθρονίζεται σ᾿ ἕνα ἐπιβλητικό καί τιμητικό κάθισμα, τήν "Καθέδρα τοῦ Μωυσέως", πού ἀντιστοιχεῖ πρός τό Σύνθρονον τοῦ χριστιανικοῦ Ναοῦ. Στήν Συναγωγή ὁ Νόμος εἶναι ὁ "Προκαθήμενος"στό μέσο τοῦ λαοῦ. Αὐτός μιλᾶ "ἀνθρώπινα" καί ταυτόχρονα κάνει ὁρατή τήν ὑπερβατική "παρουσία τοῦ Θεοῦ". Τήν τιμή αὐτή καί εὐλάβεια πρός τήν Παλαιά Διαθήκη διδάχθηκε ἀπό τόν Κύριο ὁ νέος ᾿Ισραήλ, ἡ ἀρχέγονη ᾿Εκκλησία. Στήν πρώτη ᾿Εκκλησία ἡ παλαιά Γραφή ἐρμηνευόταν κατά τά "λόγια τοῦ ᾿Ιησοῦ", πού ἀμέσως "κανονικοποιήθηκαν" ὡς ἱσότιμα, ὅπως δείχνει καί ἡ ἐπί "τοῦ ῎Ορους ῾Ομιλία". ῾Ως γνωστόν ἡ Π. Διαθήκη ἔγινε "παιδαγωγός εἰς Χριστόν", ἀλλά καί πολλές λατρευτικές πράξεις καί σύμβολα τῆς ἀρχαίας λατρείας, υἱοθετήθηκαν ἀπό τήν ἀρχαία ᾿Εκκλησία.


           Μιά ἀπ᾿ αὐτές ἧτο ἡ τιμητική προσκύνηση τῶν ἱερῶν κειμένων "τῶν ᾿Απομνημονευμάτων τῶν ᾿Αποστόλων", εὐθύς ὡς συνετάχθησαν. Τά Εὐαγγέλια, ἀπό τά τέλη τοῦ Α΄ αἰῶνα, ἀπετέλεσαν τήν "τετρακτύν", τό "τετράμορφον" Εὐαγγέλιον, "τό ἐν πνεύματι συνεχόμενον" καί τό "πανταχόθεν πνέον τήν ἀφθαρσίαν καί ἀναζωπυροῦν τούς ἀνθρώπους", ἐπειδή σ᾿ αὐτό "ἐγκαθέζεται Χριστός" κατά τόν ἀρχαῖον Πατέρα Εἰρηναῖον (ΒΕΠ ε΄, σ. 145). Οἱ Χριστιανοί τῶν πρώτων γενεῶν, ὅταν συνήρχοντο, εἶχαν "ἐν τῷ μέσω αὐτῶν" τό Εὐαγγέλιον, ὡς τόν Χριστόν, ὡς αἰσθητή εἰκόνα τῆς παρουσίας Του. Σ᾿ αὐτό "κατοικοῦσε πᾶν τό πλήρωμα τῆς Θεότητος σωματικῶς" (Κολ. β΄ 9). Πρίν συντελεσθεῖ ἡ πραγματική παρουσία Του στά ἀντίτυπα τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἴματός Του, τό Εὐαγγέλιον, μέ τό ζωντανό Λόγο τοῦ Θεοῦ, ἦταν τό ὁρατό σύμβολο "τῆς Εἰκόνος Του". Κι αὐτό, γιατί ἡ ἀρχαία ᾿Εκκλησία πίστευε, πώς ὁ Σαρκωθείς Λόγος καταγράφηκε "κατά" τούς τέσσερεις θεοπνεύστους Εὐαγγελιστές, γιά νά γίνει ἀπό ἀόρατος, ψηλαφητός καί νά κατασκηνώσει μεταξύ μας "Σωματικά", μιά πού τό Εὐαγγέλιον εἶναι "τό ὅλον σωζόμενον Σῶμα" τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ καί "τά σωματικά ἐν τοῖς εὐαγγελίοις δεδήλωται" κατά τό ῾Ωριγένη (ΒΕΠ ια΄, σ.259 καί η΄, σ. 377).


           Τή θέση πού εἶχε ἡ Πεντάτευχος (Τορά) στήν Συναγωγή, κληρονομεῖ τό "τετράμορφο" Εὐαγγέλιο στήν ᾿Εκκλησία. ῾Η Τορά γιά τήν Συναγωγή εἶναι ἡ "ζωντανή φωνή τοῦ θεοῦ". Τό Εὐαγγέλιο γιά τήν ᾿Εκκλησία εἶναι τό "σῶμα" τοῦ ἀποκαλυπτομένου Λόγου τοῦ Θεοῦ. Στήν Συναγωγή ἡ ἱερή ἀνάγνωση ξεκινᾶ ἀπό τό Νόμο καί ἐπεκτείνεται στ᾿ ἄλλα βιβλία τῆς Π. Διαθήκης. Στήν ᾿Εκκλησία τά ἱερά ἀναγνώσματα ξεκινοῦν ἀπό τήν Π. Διαθήκη, συνεχίζονται μέ τίς ᾿Επιστολές τῶν ᾿Αποστόλων, γιά νά ὁλοκληρωθοῦν μέ τήν περικοπή τοῦ Εὐαγγελίου, πού ὡς "Λόγος τοῦ Κυρίου", ἔχει καί ἔσχατον λόγον στή σύναξη τῶν πιστῶν. ῾Η Τάξη τῶν ᾿Αναγνωσμάτων στίς ἀρχαῖες Θ. Λειτουργίες, δείχνει ὅλη τήν ἐσωτερική ἐνότητα τοῦ θείου μηνύματος τῆς ἄνωθεν Σοφίας, πού εὐαγγελίζεται τά χαροποιά μυστήρια τῆς Βασιλείας τοῦ "Σωματικοῦ Χριστοῦ".


           Τήν ἱερότητα τοῦ "σώματος" τοῦ Εὐαγγελίου, διά τοῦ ὁποίου "Εἶπεν" καί λέγει ὁ Κύριος, "ἐν ταῖς ἡμέραις ἤ τῷ καιρῷ ἐκείνῳ" καί σήμερα "ρήματα ζωῆς αἰωνίου", ἐξαίρουν δύο τουλάχιστον θέματα τῆς παλαιοχριστιανικῆς Τέχνης, πού μᾶς ἀποκαλύπτουν τά βιώματα τῶν ἀρχαίων χριστιανῶν. Τά θέματα εἶναι: ῾Η "Παράδοση τοῦ Νόμου" καί ἡ "Μεγαλειότης τοῦ Κυρίου". Καί στά δύο θέματα ὁ Κύριος παραδίδει τόν Νόμο τῆς Καινῆς Διαθήκης στούς ᾿Αποστόλους Του, μετά πάσης ἐπισημότητος, ἄλλοτε ὑπό τήν μορφήν εἰληταρίου ἤ κυλίνδρου, ὅπως ἐδίδετο ἡ Πεντάτευχος καί ἄλλοτε μέ τήν μορφή σταχωμένου κώδικα, ὅπως υἱοθετήθηκε τελικά ἀπό τή Βυζαντινή τέχνη. ῾Η κεντρική θέση τῶν θεμάτων αὐτῶν στήν ἀρχαϊκή εἰκονογραφία, μαρτυρεῖ τήν ἀπόλυτη ἱερότητα τοῦ Εὐαγγελίου, στή λατρευτική πράξη τῶν πρώτων αἰώνων.


           ῾Η ἱερότητα αὐτή φαίνεται καί στήν ὕψιστη τιμητική θέση, πού ἔχει τό Εὐαγγέλιο στίς Τοπικές καί Οἰκουμενικές Συνόδους. Οἱ Συνοδικοί Πατέρες τοποθετοῦν "ἐν τῷ μέσῳ αὐτῶν" τό Εὐαγγέλιον, ὡς σύμβολον τῆς παρουσίας τοῦ Κυρίου καί μάλιστα ἐκεῖ πού ἄλλοτε ἡ Ρωμαϊκή Σύγκλητος ἔθετε τό ἄγαλμα τῆς θεᾶς Νίκης. Αὐτό δέν ἦταν μιά καινοτομία τῶν συνέδρων τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (325), ἀλλά παλαιό συνοδικό ἔθιμο τῶν τοπικῶν συνάξεων τῆς ᾿Εκκλησίας, αὐτῶν πού εἶχαν συγκληθεῖ καί στά χρόνια τῶν διωγμῶν. Στίς Συνόδους, τό Εὐαγγέλιον "ἐπρόκειτο ἐν τῷ μεσαιτάτῳ θρόνῳ... αὐτόν ἡμῖν παρόντα Χριστόν δεικνύον" (A.C.OECUM I΄ I/3, σ.4), δηλαδή ἐτοποθετεῖτο σέ ὕψιστη θέση περιωπῆς, προσαγορευόμενον διά τήν ἱερότητά του "ἄχραντον", ἐπειδή ἐταυτίζετο μέ τόν Χριστόν. Σέ ᾿Ανατολή καί Δύση "τό Εὐαγγέλιον εἶναι ὁ Χριστός" ("EVANGELIUM CHRISTUS EST"). Σ᾿ αὐτόν τόν ἐνθρονισμό ἐπέδρασε καί τό ἀποκαλυπτικό ὅραμα τοῦ "ἑπτασφράγιστου βιβλίου" (᾿Αποκ. δ΄-ε΄), ἀπό τήν οὐράνια Λειτουργία τοῦ "᾿Ερχομένου Κυρίου". ᾿Επέδρασε καί ἡ ἀρχαιοπαράδοτη τιμή τοῦ Νόμου στήν "Καθέδρα τοῦ Μωυσέως", ἀλλά καί τοῦ Εὐαγγελίου στήν ῾Αγία Τράπεζα, τόν ἐπίγειον αὐτόν "θρόνον τοῦ Θεοῦ". Πιθανῶς εἶχε ἐπιρροή καί ἡ λειτουργική πράξη τοῦ ἐνθρονισμοῦ τοῦ Εὐαγγελίου στήν "῎Ανω Καθέδρα", τόν ἐπισκοπικό θρόνο τοῦ Συθρόνου, κάτι πού ἐπιβίωσε στό Βυζάντιο, στίς προεόρτις παννυχίδες τῶν μεγάλων Δεσποτικῶν ἑορτῶν.


           Τό Εὐαγγέλιο τῆς λειτουργικῆς χρήσεως, ἐνωρίς ἀπέκτησε πολυτελεστάτη στάχωση, γιά νά ἐξαρθεῖ τό "μεγαλεῖον" του. ῾Η λαμπρή διακόσμηση ἦτο ἀντάξια τοῦ περιεχομένου καί τοῦ συμβολισμοῦ του. Στά μεταεικονομαχικά χρόνια ὁ στολισμός του εἶναι τόσον ἐξαιρετικός, ὥστε, κυρίως στήν Μεγάλη τοῦ Χριστοῦ ᾿Εκκλησία, τό Εὐαγγέλιον νά μετονομασθεῖ σέ ἱερόν "Μεγαλεῖον". ῾Η λέξη αὐτή, ἠχητικά τουλάχιστον, ὑπενθυμίζει τήν ἐβραϊκή λέξη "Μεγκιλλά", πού σημαίνει τά πέντε ἑόρτια "βιβλία", πού ἐτιμῶντο μεγάλως στόν ᾿Ισραήλ. ῞Ενα τέτοιο "Μεγαλεῖον" τοῦ Ι΄ αἰ., μέ τήν ὁλόσωμο παράσταση τοῦ Κυρίου ὡς Διδασκάλου, ἔχει διασωθεῖ στή Μεγίστη Λαύρα τοῦ ῾Αγίου ῎Ορους. ῾Η χρήση τοῦ "Μεγαλείου", τήν παραμονή τῶν Χριστουγέννων καί τῶν Θεοφανείων, κατά τήν ὁποία ἐνθρονιζόταν στό Σύνθρονον ὡς "Σωματική" Εἰκόνα τοῦ Κυρίου, καθ᾿ ὅν χρόνον ὁ Πατριάρχης ἵστατο στό δεξιό ἤ ἀριστερό παραθρόνιο -κατά περίπτωση-, παρουσιάζει τόν Λόγον, πού "σάρξ ἐγένετο", νά "κεῖται" ἐκεῖ νοητά, ζωντανός, "ἀπαύστως θυσιαζόμενος καί ἱερουργούμενος".


           ᾿Εξ ἄλλου αὐτή ἡ ἰδιαιτέρα τιμή στό Εὐαγγέλιο, συνετέλεσε καί στή προοδευτική διαμόρφωση τοῦ θέματος τῆς "᾿Ετοιμασίας τοῦ Θρόνου", πού ξεκίνησε ἀπό σύμβολο τῆς "᾿Εσχάτης ἡμέρας", γιά νά γίνει τό κυριώτατο σύμβολο τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ καί νά πλουτιστεῖ καί μέ τά ὄργανα τοῦ Πάθους, γιά ὑπογραμμισθεῖ ἡ σωτηριολογική σημασία της.


           ᾿Εκεῖ ὅμως πού ἐξαίρεται ἡ παρουσία τοῦ Εὐαγγελίου ὡς τοῦ "Σωματικοῦ Χριστοῦ", εἶναι ἡ Θεία λατρεία μας. Στόν ῎Ορθρο προσκυνεῖται ὡς ἱερό σύμβολο τοῦ ᾿Αναστάντος Χριστοῦ. Στήν Θ. Λειτουργία, εἰδικότερα στό πρῶτο μέρος στή λεγόμενη "Λειτουργία τοῦ Λόγου", εἶναι τό ἐπίκεντρο ὅλων τῶν λατρευτικῶν πράξεων, πού ἀρχίζουν μέ τήν πανηγυρική ὑποδοχή του μέ εἰσοδικούς ψαλμούς καί ὕμνους καί τόν κορυφαῖο Χριστολογικό παιάνα "῾Ο Μονογενής Υἱός", αὐτό τό συνοπτικό "πιστεύω" τῶν κατηχουμένων. ῞Οταν ἀκούγεται τό "Σοφία", ὑψώνεται ὡς "ἐν κατόπτρῳ" τό θεῖον Πρόσωπον τοῦ Λόγου, ἐπειδή "διά γάρ τοῦ Εὐαγγελίου ὁ Χριστός δηλοῦται" καί γι' αὐτό καί βαθύτατα προσκυνεῖται καί εὐλαβικά ἀποτίθεται ἐπί τῆς ῾Αγίας τραπέζης. ᾿Εάν μάλιστα λειτουργεῖ ᾿Αρχιερέας, τό θυμιᾶ κυκλικά προσβλέποντας σ' αὐτό "ὡς εἰς δόξαν Θεοῦ", ὅπως παλαιά ὁ ᾿Αρχιερέας τῆς ᾿Ααρωνικῆς ἱερωσύνης τιμοῦσε τό "ἱλαστήριον ἐπίθημα" τῆς Κιβωτοῦ. ῾Η τιμητική πράξη θυμιάσεως τοῦ Εὐαγγελίου καί τοῦ "θρόνου"του, δηλαδή τῆς ῾Αγίας Τραπέζης, στήν ἀρχή τῆς Θ. Λειτουργίας κατά τήν Πασχάλιον περίοδον καί ἀπό τό πρεσβυτέριον, διασώζει ἀρχαιότατη Τάξη.


           Πρίν μεταφερθοῦν στήν ἀρχή τῆς Θ. Λειτουργίας τά τρία μικρά ᾿Αντίφωνα τοῦ ᾿Ασματικοῦ ῾Εσπερινοῦ τοῦ Βυζαντινοῦ ᾿Ενοριακοῦ Τυπικοῦ, ἡ Θ. Λειτουργία ἄρχιζε, ὡς γνωστόν, μέ τήν εἰσόδευση τοῦ Εὐαγγελίου, ἀδομένου εἰσοδικοῦ ψαλμοῦ, ἀλλά καί τήν δοξολογική ἀπόθεσή του ἐπί τῆς ῾Αγίας Τραπέζης. ῞Οταν ἦτο παροῦσα ἡ "εἰκόνα τοῦ ἀοράτου Θεοῦ" (Β΄ Κορ. δ΄ 4), τό Εὐαγγέλιον, ὁ Λειτουργός ἐπικαλεῖτο τήν "ἐπίβλεψη" καί "ἐπιφάνεια" τοῦ "καθημένου" ἐπί τῶν Χερουβίμ, μέ στίχους τοῦ οθ΄ (79) ψαλμοῦ. Τό θυμιάτιζε σταυροειδῶς καί ὁ Λαός ἔψαλλε, ὡς ἐφύμνιο, τήν Τριαδική Δοξολογία τοῦ Σεραφικοῦ ὕμνου, τόν Τρισάγιο. Αὐτό ἐν μέρει ἔχει διασωθεῖ στήν ᾿Αρχιερατική Λειτουργία. Σ᾿ αὐτήν ἔχει διασωθεῖ καί μιά ἀκόμη σημαντική πράξη ἐξάρσεως τῆς ἱερότητος τοῦ Εὐαγγελίου. Πρόκειται γιά τήν "σφράγιση" τοῦ Εὐαγγελίου μέ τά δικηροτρίκηρα κατά τόν Τρισάγιο. ῾Ο ᾿Αρχιερέας χρησιμοποιεῖ τό Εὐαγγέλιο ὡς ἱερά πηγή ἁγιασμοῦ τοῦ φωτός τοῦ δικήρου καί τοῦ τρικήρου, μνημονεύοντας τόν Χριστολογικό καί Τριαδικό ῞Ορο τῶν Συνόδων. ᾿Ακόμη καί ἡ κίνηση τῶν δικηροτρικήρων ἐπί τοῦ Εὐαγγελίου ἔχει τόν συμβολισμό της. ῎Ηδη ἀπό τόν ΣΤ΄ αἰ. σαφέστερα ἐμφανίζονται ὡς κοινά σύμβολα ἐπί τῆς σταχώσεως τοῦ Εὐαγγελίου καί τοῦ ἀμφίου -"τῆς ἐνδυτῆς"- τῆς ῾Αγίας Τραπέζης, ἡ "τετρακτύς τῶν γαμμαδίων",


╔  ╗


╚  ╝


δηλαδή τῶν τεσσάρων "γωνιῶν" ἤ "πτερύγων" τῆς γῆς κατά τόν ᾿Ησαΐα (ια΄ 21). Τά "γαμμάδια" αὐτά προοδευτικά ἀντικαταστάθηκαν στό Εὐαγγέλιο καί τήν ῾Αγία Τράπεζα (᾿Αντιμήνσιον καί ᾿Εγκαίνιον) ἀπό τούς τέσσερεις Εὐαγγελιστές. ῾Η σφράγισή τους ἀπό τό φῶς τῶν δικηροτρικήρων, ἐνέχει τήν σημασία τῆς, ἀνά τήν οἰκουμένην, διακηρύξεως τῆς ἀληθείας, ὅτι "Φῶς Χριστοῦ, φαίνει πᾶσι".


           Μόλις ὁλοκληρωθεῖ ἡ τρισάγια δοξολογία μέ ἐπίκεντρο τό ῞Αγιον Εὐαγγέλιον, γίνεται ἡ ἄνοδος τοῦ κυριάρχου ᾿Αρχιερέως στήν "Καθέδρα" του, εἰς "τύπον καί τόπον" Χριστοῦ, γιά νά λεχθοῦν τά ᾿Αναγνώσματα. ᾿Εάν πρόκειται νά χειροτονηθεῖ νέος ᾿Επίσκοπος, αὐτήν τήν ἱερή στιγμή, πού οἱ παλαιότεροι πίστευαν πώς "ἦταν ἀνοικτοί οἱ οὐρανοί" μετά τίς ἀρχιερατικές ἐπικλήσεις, "ἐκελεύετο" ὁ "ἐψηφισμένος" γιά νά κλίνει "ἀμφότερα τά γόνατα" καί νά τοῦ "ἐπιτεθεῖ" "ἐξάπινα" ἐπί τοῦ τραχήλου", ὅπου τό ἡγεμονικόν τοῦ ἀνθρώπου, "ἀναπεπταμένον" τό Εὐαγγέλιο καί νά δεχθεῖ τό πλήρωμα τῆς ἱερωσύνης, τήν ᾿Αρχιερατική ᾿Αξία. ῾Η χειροτονία αὐτή τή στιγμή τοῦ ᾿Αρχιερέως, καί παλαιότερα ὁ ἐνθρονισμός του, ὑπό τῶν συνεπισκόπων του στό Σύνθρονό του, δέν ἔχει σχέση μέ τό διδακτικό του καθῆκον, ὅπως συνήθως λέγεται, ἀλλά ὑπογραμμίζει, πώς ὁ προκείμενος "Σωματικός Χριστός", τό Εὐαγγέλιον, διά τῶν χειρῶν τῶν συμψήφων ᾿Επισκόπων Του, καλεῖ εἰς τόν "τόπον" Του, τόν ἱερουργόν ὅλων τῶν μυστηρίων Του. Αὐτή ἡ ἀξία πού τοῦ παραδίδεται, μέ οὐσιῶδες σύμβολο τό ᾿Ωμοφόριον, παραμένει σ᾿  ὅλη του τήν πρώτη ἱερουργία, χωρίς "δουλικόν φρόνημα", ἐνώπιον τοῦ εὐαγγελιζομένου Λόγου τοῦ Θεοῦ, μιά πού ἡ ᾿Αρχιερωσύνη ἐκείνη τήν ἱερή ὥρα τῆς χειροτονίας, τοῦ παραδόθηκε "ἀμόλυντος", ὑπό τήν σκιάν τοῦ "ἀχράντου" Εὐαγγελίου. Στήν δεύτερη ὅμως ἱερουργία του καί ἐφεξῆς, μόλις ἀκουσθεῖ τό δοξολογικό ἐφύμνιο "᾿Αλληλούια", εἰς ὑποδοχήν τοῦ "᾿Ερχομένου" νά εὐαγγελιστεῖ Λόγου τοῦ Θεοῦ, ἀποθέτει τό ᾿Ωμοφόριον, σέ ἔνδειξη ταπεινώσεως ἐνώπιον τοῦ "λαλοῦντος" Κυρίου. Θυμιατίζει τό Εὐαγγέλιο εὐλαβῶς καί τό παραδίδει μετ' ἐπισημότητος στόν Διάκονο, γιά νά τό ἀναγνώσει ἀπό τοῦ ἄμβωνος. Καί ἐνῶ παλαιά παρέμενε ὄρθιος πρό τῆς "Κάτω Καθέδρας", ἀπ' ὅπου ἄκουε τά ᾿Αναγνώσματα, σήμερα πηγαίνει στό μέσον τῆς ῾Ωραίας Πύλης.


           Μετά τό πέρας τῆς ἀναγνώσεως, ὁ λειτουργός ὑποδέχεται τό Εὐαγγέλιον καί ἁγιάζει μέ αὐτό τόν Λαόν σταυροειδῶς, κατά ἀρχαῖον ἔθος. Μετά τό ἀποθέτει εὐλαβῶς ὄρθιον στό κέντρον τῆς ῾Αγίας Τραπέζης, διότι, κατά τόν Συμεών Θεσσαλονίκης, "τό ἱερόν Εὐαγγέλιον ἐπί τοῦ θυσιαστηρίου εἰκονίζει Αὐτόν τόν Χριστόν". Κατόπιν, ὑπό τήν παρουσία του καί πρό τοῦ ᾿Αρτοφορίου, τελεσιουργεῖται ἡ Θεία Εὐχαριστία, γιά νά ἔλθει καί πάλιν κατά τήν ᾿Απόλυση, νά σφραγίσει τό τέλος τῆς ἱερουργίας.


           ᾿Εκτός ὅμως τῆς Θ. Λειτουργίας, τό Εὐαγγέλιον, ὡς "Σωματικός Χριστός", ἁγιάζει μέ τήν παρουσία του, ὅλα τά Μυστήρια. ᾿Ακόμη καί στίς διάφορες λιτανεύσεις, ὅπως π.χ. τοῦ ᾿Επιταφίου, τοῦ Πάσχα, τῶν Λειψάνων καί τῶν ἑορτίων Εἰκόνων κλπ., τό Εὐαγγέλιον εἶναι "Αὐτός ὁ Χριστός καί δι' αὐτοῦ ἡ ᾿Εκκλησία τοῦ Χριστοῦ", ὅπως γράφει ἀλλοῦ ὁ Συμεών Θεσσαλονίκης. Τό στῆθος τοῦ λιτανεύοντος τό Εὐαγγέλιον λειτουργοῦ, ἐπέχει θέσιν θρόνου καί ῾Αγίας Τραπέζης. Πρός τό Εὐαγγέλιον πρέπει νά ἀπονέμωνται οἱ ὕψιστες τιμές (θυμιάσεις, αἰτήσεις, προσκυνήσεις κ.ἄ.), ὅπως γίνεται ἐξ ἔθους παλαιοῦ στίς Σλαβικές ᾿Εκκλησίες. Αὐτήν τήν "καρδιακή θέση" τοῦ Εὐαγγελίου, παραδίδει ἀπό παλαιά, κάθε ἀπεικόνηση τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ.


           Τό Εὐαγγέλιον εἶναι τό ἱερώτερο λειτουργικό βιβλίο τῆς ᾿Εκκλησίας μας, ἀκριβῶς γιατί ταυτίζεται μέ τήν παρουσία τοῦ "Σωματικοῦ Χριστοῦ". Γι᾿ αὐτήν του τήν ὕψιστη ἱερότητα, κατέχει τήν πλέον περίοπτον θέση ἀπό τήν πολιά ἀρχαιότητα. Αὐτό μᾶς παρέδωσαν οἱ Πατέρες τῆς ᾿Εκκλησίας, οἱ ὁποῖοι ἀπό βαθύτατο σέβας κρατοῦσαν στά χέρια τους καί τό εἰλητάριο τοῦ κειμένου τῆς βιβλικῆς δέλτου, δηλαδή δέν τοποθετοῦσαν στό θυσιαστήριο, οὔτε τή λειτουργική φυλλάδα. ᾿Επομένως κάθε ἄλλο λειτουργικό βιβλίο ἐπί τῆς ῾Αγίας Τραπέζης, ὅπως ὁ ᾿Απόστολος, τό ῾Ιερατικόν, τό Τυπικόν, τό Πηδάλιον κ.ἄ., ἀποτελεῖ ἀνεπίτρεπτη καινοτομία, πού εἰσχώρησε τά τελευταῖα χρόνια "προφάσει εὐσεβείας", μᾶλλον ὅμως ἀπό βαθειά ἄγνοια τῆς Λειτουργικῆς Θεολογίας τῆς ῾Αγίας μας ᾿Εκκλησίας.


           ῾Η ὑποδοχή τοῦ ῾Ιεροῦ Εὐαγγελίου, ὑπό τήν σημερινή μορφή τοῦ Εὐαγγελιαρίου ἤ Εὐαγγελισταρίου, ἡ Τρισάγια Δοξολογία του, ἡ ἀνάγνωση καί ἐρμηνεία του, ἡ πρό αὐτοῦ τέλεση τῆς Εὐχαριστίας καί ἡ λοιπή ἀγιαστική χρήση του, ἀποκαλύπτει σέ κάθε λειτουργική Σύναξη τό Μυστήριο τῆς "ἐν μέσῳ ἡμῶν" σωματικῆς παρουσίας τοῦ Κυρίου μας.


           ῾Η "ἀνάπαυση" τοῦ Εὐαγγελίου στό μέσον τῆς ῾Αγίας τραπέζης, τήν μεταβάλλει σέ βασιλικό ἄρμα, ἐπί τῆς ὁποίας "ὁ καθήμενος ἐπί τῶν Χερουβείμ" ἐμφανίζεται (ψαλμ. οθ΄) ὡς "Βασιλέας τῶν Βασιλέων" διά τοῦ ἱεροῦ συμβόλου Του. Αὐτό τό πανίερον σύμβολον τοῦ Εὐαγγελίου, καθιστᾶ ἀπό ἀόρατο σέ ὁρατό καί "σωματικά" καταληπτό τόν Κύριο καί Θεό μας, πρός τόν ῾Οποῖον "πρέπει πᾶσα δόξα, τιμή καί προσκύνησις".

ΑΡΧΙΚΗ

Ἀρχική

Ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς

Ναός - Ἱστορία

Ἐνοριακή ζωή

Νεότητα

Πρόγραμμα μηνός

Ἐπίκαιρα

Ἄρθρα - Μελέτες

Ὀρθόδοξοι κόμβοι

Ἐπικοινωνία

Βοήθεια